
<< ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Ιαπωνία

Για να κατανοήσει, ενδεχομένως, κάποιος την κουλτούρα αυτής της συγκλονιστικά ιδιαίτερης χώρας , θα πρέπει να πάρει μια ιδέα της παλιάς, αλλά και της σύγχρονης ιστορίας της. Η Ιαπωνία είναι ίσως η μοναδική χώρα  στον κόσμο που συνδυάζει εξαιρετικά τα high teck πολιτισμικά στοιχεία με τις αρχαίες παραδόσεις και τέχνες.


 

Κουλτούρα


Ιστορία-εθνότητες-τέχνες-πολιτισμικά στοιχεία-οικονομική ανάπτυξη-υποδομές

Η Ιαπωνία, γνωστή και ως Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου αποκαλείται από τους κατοίκους της Νιχόν (Nihon) ή Νιππόν (Nippon) και το όνομά της είναι συνδυασμός δύο ιδεογραμμάτων, που σημαίνουν Ήλιος και Αρχή.

Αποτελείται από 4 μεγάλα νησιά (Χοκάιντο, Σικόκου, Κιούσου, Χονσού) τα οποία συνοδεύονται από χιλιάδες μικρότερα. Το αρχιπέλαγος της Ιαπωνίας αποτελείται από 6.852 νησιά συνολικά, ορεινά και ηφαιστειακά, με υψηλότερη κορυφή το Φούτζι.

Η νησιωτική Ιαπωνία, με τα 192 ηφαίστειά της, βρίσκεται στην Ηφαιστειακή ζώνη του Ειρηνικού Ωκεανού, γνωστή και ως Δαχτυλίδι της Φωτιάς, στη συμβολή 3 τεκτονικών πλακών, κάτι που ευθύνεται για τους συχνούς σεισμούς στην περιοχή.

Το Τόκυο, μαζί με την μητροπολιτική περιοχή, έχει πληθυσμό πάνω από 30.000.000 κατοίκους και θεωρείται η μεγαλύτερη μητροπολιτική περιοχή στον κόσμο.
 

      


Οι Ιάπωνες προέρχονται από πολλές ομάδες που μετανάστευσαν στα νησιά από διάφορες περιοχές της Ασίας (Κορέα, Κίνα κ.α).

Γύρω στο 14.000πχ ο πολιτισμός ήταν ημινομαδικός και αποτελούνταν από κυνηγούς και τροφοσυλλέκτες (πρόγονοι των Αϊνού και των Γιαμάτο).

Κατά το 300πχ άρχισε η περίοδος των Γιαγιόι, όπου και παρατηρείται η πρώτη καλλιέργεια ρυζιού, τα αγγεία διακοσμούνται πιο περίτεχνα και αρχίζει να αναπτύσσεται η μεταλλουργία.

Η Ιαπωνία εμφανίζεται για πρώτη φορά στη γραφόμενη ιστορία, στο Κινεζικό βιβλίο Χανσού. Σύμφωνα με τα χρονικά των 3 βασιλείων, το πιο ισχυρό βασίλειο ονομαζόταν Γιαματαϊκόκου.

Ο Βουδισμός εισήλθε στην Ιαπωνία από την Κορέα, αλλά η μετέπειτα εξέλιξή του επηρεάστηκε από την Κίνα και έγινε ευρέως αποδεκτός από τις εξουσιάζουσες τάξεις.
 


Τον έβδομο αιώνα έχουμε την άνοδο ενός ισχυρού, Ιαπωνικού κράτους, επικεντρωμένου στην αυτοκρατορική αυλή, στο Χέιτζο-κυο (Νάρα).
 

        


Η περίοδος Νάρα χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση της λογοτεχνίας και ανάπτυξης της τέχνης και της αρχιτεκτονικής, εμπνευσμένης από τον Βουδισμό. Το 784 ο αυτοκράτορας Κάμου μετακίνησε την πρωτεύουσα από τη Νάρα στο Ναγκοάκα-κύο και κατόπιν στο Χεϊάν -κύο (Κιότο).

Κατά την περίοδο Χεϊάν (794-1185) δημιουργείται ένας ευδιάκριτα ιθαγενής Ιαπωνικός πολιτισμός, αξιοσημείωτος για την τέχνη, την ποίηση και τη λογοτεχνία που δημιούργησε.

Οι στίχοι του Εθνικού Ύμνου Kimi Ga Yo  γράφτηκαν εκείνη την περίοδο.

 

Φεουδαρχική περίοδος

Χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση και την κυριαρχία της άρχουσας τάξης των Σαμουράι, οι οποίοι παραγκώνισαν τον αυτοκράτορα και την απόλυτη κυριαρχία του. Ο ανώτατος στρατιωτικός ηγέτης έφερε τον τίτλο του Shogun.

Οι φεουδάρχες πολέμαρχοι, οι Νταϊμιο, ξεκίνησαν τον Εμφύλιο πόλεμο (Ονίν) το 1467, ο οποίος κράτησε περισσότερο από εκατό χρόνια.

                                             

Το 1600, ο Τοκουγκάβα Ιεγιάσου νίκησε τις αντίπαλες φατρίες και διορίστηκε Σόγκουν το 1603, ιδρύοντας το Σογκουνάτο Τοκουγκάβα, στο σημερινό Τόκυο.

Το συγκεκριμένο Σογκουνάτο θέσπισε μέτρα όπως το μπούκε σοχάτο (κώδικας δεοντολογίας για τον έλεγχο των αυτόνομων Νταϊμιο (φεουδαρχών)).

Η απομονωτική πολιτική της Ιαπωνίας κράτησε για 2,5 αιώνες, αλλά το 1854 ο Μάθιου Πέρι και τα «Μαύρα Πλοία» των ΗΠΑ ανάγκασαν την Ιαπωνία να ανοιχτεί στον έξω κόσμο με τη σύμβαση Καναγκάβα.

 

Νεώτερη Ιστορία Ιαπωνίας

Η παραίτηση του Σόγκουν οδήγησε στον πόλεμο Μποσίν και τη δημιουργία συγκεντρωτικού κράτους που ενοποιήθηκε ξανά στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα (Αποκατάσταση Μέϊτζι).

Σ’ αυτή την περίοδο, η αυτοκρατορία της Ιαπωνίας, επεκτείνει τα εδάφη της και ο πληθυσμός αυξάνεται από 35.000.000 (1783) σε 70.000.000 (1933).

Η επεκτατική πολιτική της Ιαπωνίας διεύρυνε την επιρροή της και το 1931 κατέλαβε την Μαντζουρία, ενώ ήδη είχε στον έλεγχό της την Ταϊβάν, την Κορέα και μέρος της Σαχαλίνης. Το 1936, υπογράφοντας το Σύμφωνο Αντι-Κομιντέρο με τη Ναζιστική Γερμανία και κατόπιν το 1940 το Τριμερές Σύμφωνο, έγινε μία από τις δυνάμεις του Άξονα. (Εν τω μεταξύ, η Αυτοκρατορία είχε εισβάλλει και σε άλλα μέρη της Κίνας).
 


Το 1940 η Ιαπωνία εισέβαλλε στην Ινδοκίνα. Λίγο αργότερα της ασκήθηκε από τις ΗΠΑ εμπάργκο πετρελαίου.

Στις 7 Δεκεμβρίου του 1941, μετά την επίθεση της Ιαπωνίας στο Περλ Χάρμπορ, οι ΗΠΑ μπήκαν στον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.
 


Μετά τη Σοβιετική εισβολή στη Μαντζουρία και τη ρίψη των ατομικών βομβών σε Χιροσίμα και Ναγκασάκι , η Ιαπωνία συμφώνησε στις 15 Αυγούστου του 1945 σε παράδοση άνευ όρων. Μεγάλο μέρος της βιομηχανικής της παραγωγής και των υποδομών της καταστράφηκε τότε.

Το 1947, η Ιαπωνία υιοθέτησε νέο Σύνταγμα, τονίζοντας φιλελεύθερες, δημοκρατικές πρακτικές. Η Συμμαχική κατοχή έληξε το 1952 και η Ιαπωνία εντάχθηκε στα Ηνωμένα Έθνη το 1956.
 


Η ανάπτυξη υπήρξε ταχύτατη και σύντομα η Ιαπωνία έγινε η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου, μέχρι να ξεπεραστεί από την Κίνα (2010).

Ωστόσο, παρά την παγκόσμια οικονομική ύφεση, η Ιαπωνία ανακάμπτει και πάλι σταδιακά.

Η Ιαπωνία έχει μεγάλη βιομηχανική βάση και είναι έδρα μερικών από τους μεγαλύτερους και πιο τεχνολογικά προηγμένους παραγωγούς κλωστουφαντουργικών προϊόντων και επεξεργασμένων τροφίμων. Το 15% των παγκοσμίων αλιευμάτων αλιεύεται στην Ιαπωνία.
 


Μερικές από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις περιλαμβάνουν τις: Toyota, Nintendo, NTT Docomo, Canon, Honda, Takeda Pharmaceutical, Sony, Panasonic, Toshiba, Sharp, Nippon Steel, Nippon Oil, ενώ το χρηματιστήριο του Τόκυο (Nikkei) είναι το 2ο μεγαλύτερο στον κόσμο.
 


Οι δαπάνες για δρόμους υπήρξαν πολύ εκτεταμένες και τα 1.200.000 χιλιόμετρα ασφαλτοστρωμένου δρόμου είναι το κύριο μέσο μετακίνησης.

Επιπλέον, δεκάδες σιδηροδρομικές εταιρείες ανταγωνίζονται σε περιφερειακές και τοπικές αγορές, όσον αφορά τη μεταφορά των επιβατών. Περίπου 250 σινκάνσεν (τρένα μεγάλης ταχύτητας) συνδέουν μεγάλες πόλεις και είναι γνωστά για την ασφάλεια και την ακρίβειά τους.
 


Οι μεγαλύτερες διεθνείς πύλες της Ιαπωνίας είναι το Διεθνές αεροδρόμιο της Ναρίτα, το Κανσάι και το Τσούμπου, ενώ το λιμάνι της Ναγκόγια είναι το πιο μεγάλο και πολυσύχναστο στη χώρα και αντιπροσωπεύει το 10% της εμπορικής αξίας της Ιαπωνίας.

Αρχηγός τους κράτους είναι ο αυτοκράτορας Ακιχίτο.

 

Ανθρώπινα δικαιώματα

Η Ιαπωνία έχει στηλιτευτεί από τη Διεθνή Αμνηστία για το γεγονός ότι βρίσκεται ακόμη σε ισχύ η ύπαρξη θανατικής ποινής.

 

Παραδοσιακές Ιαπωνικές Τέχνες

Κεραμική, Υφαντουργία, Κατασκευή σπαθιών, κουκλών, κομψοτεχνημάτων από λάκα, καθώς και παραστάσεις θεάτρου Καμπούκι και Νο.

Στην Ιαπωνία εξασκείται επίσης η τέχνη της Καλλιγραφίας, το Οριγκάμι, η τελετουργία του τσαγιού, ενώ δημοφιλέστατα είναι τα άνιμε και τα μάνγκα.

 

Μια αρχαία τέχνη που ασκεί ιδιαίτερη γοητεία στη Δύση είναι αυτή της Γκέισας, ενώ το Σούμο εξακολουθεί να απολαμβάνει ιδιαίτερης εκτιμήσεως στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου.

 

Οριγκάμι

Προέρχεται από τις λέξεις όρι (δίπλωμα) και κάμι (χαρτί). Στην τέχνη αυτή το δίπλωμα του χαρτιού χρησιμοποιείται για τη δημιουργία εικαστικών θεμάτων και εξασκούνταν ήδη από το 1600. Το κόψιμο του χαρτιού απαγορεύεται. Οποιοδήποτε ανθεκτικό τετράγωνο χαρτί είναι κατάλληλο για τη λεπτότατη αυτή εικαστική τέχνη, η οποία γίνεται όλο και πιο δημοφιλής στη Δύση τα τελευταία χρόνια, καθώς θεωρείται ψυχοθεραπευτική.
 

                                                  

Καμπούκι

Πρόκειται για είδος παραδοσιακού, Ιαπωνικού θεάτρου, γνωστού για την τυποποίηση του δράματος και τα εντυπωσιακά, πολυτελή κοστούμια των ηθοποιών.

Αρχικά, στο Καμπούκι συμμετείχαν και γυναίκες, μάλιστα η Οκούνι (γυναίκα στην υπηρεσία ενός ναού Σίντο) θεωρείται πως το πρωτοξεκίνησε με τον ιδιότυπο χορό της. Αργότερα , ωστόσο , απαγορεύτηκε η συμμετοχή γυναικών στο Καμπούκι, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί και η θεματολογία του.

Αρχικά οι ηθοποιοί του Καμπούκι είχαν κακή φήμη και ήταν αναμεμειγμένοι με τον υπόκοσμο, ενώ συχνότατοι καβγάδες ξεσπούσαν μεταξύ των νέων ηθοποιών. Οι Σόγκουν αναγκάστηκαν να καταργήσουν τη συμμετοχή των νεαρών στο θέατρο και οι ρόλοι ερμηνεύονταν μόνον από μεγαλύτερους σε ηλικία ηθοποιούς.

Από το 1653 και μετά, το Καμπούκι εξελίχτηκε σε ένα ιδιαίτερα εκλεπτυσμένο  και στυλιζαρισμένο είδος θεάτρου. Οι άντρες ηθοποιοί που έπαιζαν γυναικείους ρόλους ονομάζονταν οναγκάτα ή ογιάμα.

Στα μέσα του 18ου αιώνα, το Καμπούκι έχασε την αίγλη του και τη θέση του πήρε το Μπουνράκου. Μετά την πτώση των Σόγκουν και της εξαφάνισης ουσιαστικά της τάξης των Σαμουράι, το Καμπούκι αναπροσαρμόστηκε στους μοντέρνους καιρούς και έγινε πάλι δημοφιλές, ιδιαίτερα στις ανώτερες κοινωνικές τάξεις.
 

                                                                 


Κατά τη διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου, πολλά θέατρα Καμπούκι καταστράφηκαν, αλλά μετά το 1947 το είδος αυτό του θεάτρου επανήλθε και γνώρισε και πάλι φήμη και άνθηση.

 

Θέατρο Νο

Εμφανίστηκε τον 14ο αιώνα. Έχει τις ρίζες του στο θρησκευτικό τελετουργικό, αλλά εξελίχτηκε μέσα από αριστοκρατικές και λαϊκές μορφές τέχνης.

Στις αρχές του 17ου αιώνα οι γυναίκες αποκλείστηκαν από το θέατρο Νο (όπως και από το Καμπούκι) για λόγους δημόσιας ηθικής.

Σήμερα υπάρχουν περίπου 1500 επαγγελματίες αυτού του είδους θεάτρου  και το σύγχρονο ρεπερτόριό του συμπεριλαμβάνει 250 έργα.

 

Μάνγκα και άνιμε

Η σύντηξη παραδοσιακής ξυλοτυπίας και Δυτικής Τέχνης οδήγησε στη δημιουργία των Μάνγκα, μια μορφή κόμικς, που έγινε παγκόσμια δημοφιλής. Τα άνιμε είναι τα αντίστοιχα κινούμενα σχέδια των Μάνγκα, ενώ οι Ιαπωνικές παιχνιδομηχανές είναι δημοφιλείς από το 1980.

                                       

 

Εικαστικές τέχνες

Τα ιερά της Ίσε θεωρούνται πρωταρχικό δείγμα Ιαπωνικής αρχιτεκτονικής. Οι παραδοσιακές κατοικίες και οι ναοί είναι φτιαγμένοι από ξύλο κυρίως, ενώ χρησιμοποιούνται πατώματα τατάμι και συρόμενες πόρτες σόγκι.

Όσον αφορά τη ζωγραφική, ο πίνακας ουκίγιο-ε του 19ου αιώνα, «Το Μεγάλο Κύμα», είναι παγκοσμίως ένα από τα πιο αναγνωρίσιμα έργα τέχνης.
 

                                   


Μουσική και Κινηματογράφος

Είναι εκλεκτική και ποικίλη. Μεγάλο ρόλο παίζει σε αυτή η παραδοσιακή Ιαπωνική κιθάρα, το σαμισέν, η οποία χρησιμοποιείται από τον 16ο αιώνα. Η αυτοκρατορική ορχήστρα γκαγκόκου έχει επηρεαστεί από το έργο σύγχρονων δυτικών συνθετών. Αξιοσημείωτοι κλασσικοί Ιάπωνες συνθέτες είναι ο Τάρου Τακεμίσου και ο Ρεντούρο Ταϊκι. Ξεχωριστή αναφορά αξίζει να γίνει στον σπουδαίο Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι και στους αδελφούς Γιοσίντα.
 

                                     

                                                        Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι


Η Ιαπωνία έχει να επιδείξει σπουδαίους σκηνοθέτες επίσης και ανάμεσά τους είναι οι πολύ σημαντικοί και πολυβραβευμένοι Ακίρα Κουροσάβα και Ναγκίζα Οσίμα.


                                    

                                                             Ακίρα Κουροσάβα


Η κουλτούρα των Σαμουράι

Η λέξη Σαμουράι προέρχεται από το ρήμα σαμουρό ή σαμπουρό, που σημαίνει υπηρετώ ή αναμένω να λάβω εντολές για υπηρεσίες. Χρησιμοποιήθηκε αρχικά για να περιγράψει τους προσωπικούς υπηρέτες των πανίσχυρων γαιοκτημόνων του 8ου αιώνα.

Οι γαιοκτήμονες ήταν αριστοκράτες και δημιούργησαν ένα ευρύτερο δίκτυο φατριών (οικογενειών), ενώ εξοπλίστηκαν με την πάροδο του χρόνου για προστασία. Έτσι, αναπτύχθηκε η τάξη των Σαμουράι.

Οι Μπούσι, πολεμιστές που είχαν αναλάβει αρχικά τη φύλαξη του αυτοκράτορα, έγιναν γνωστοί ως σαμπουράι.

Η τάξη τους ενισχύθηκε από τον Γιοριτόμο Μιναμότο, λίγο πριν εγκαθιδρύσει την πρώτη κυβέρνηση Σόγκουν στη χώρα.

Οι Σαμουράι απέκτησαν τεράστια δύναμη με τις συνεχόμενες μάχες ανάμεσα στις 3 αντιμαχόμενες φυλές: Την πατριά Μιναμότο, την πατριά Φουτζιβάρα και την πατριά Τάιρα.

Ο όρος Σαμουράι αναφερόταν από τον 12ο αιώνα στους ιππότες ευγενείς, ενώ οι Μπούσι ήταν οι πολεμιστές.

Οι Σαμουράι απέδιδαν πλήρη υποταγή στον Νταϊμιο, τον φεουδάρχη τους.

Με το πέρασμα του χρόνου, οι οικογένειες των Σαμουράι ξεπέρασαν σε δύναμη αυτές των απογόνων της αυτοκρατορικής αυλής.

Ο κώδικάς τους, ο Μπουσίντο (Δρόμος του Πολεμιστή), βασισμένος στις αρχές του Κομφουκιανισμού και του Ζεν Βουδισμού υπαγόρευε όλες τις εκφράσεις της ζωής τους και επηρέασε καθοριστικά την πολιτιστική εικόνα της Ιαπωνίας.

Σημαντικό κομμάτι αυτού του κώδικα ήταν η τελετουργική τέλεση αυτοκτονίας, το Σεπούκου, για τη διαφύλαξη της τιμής του Σαμουράι. Η λέξη δεν έχει την ίδια βαρύτητα με τη λέξη χαρακίρι, αφού το δεύτερο γινόταν βιαστικά και συνήθως πάνω στη μάχη για να αποφύγει ο πολεμιστής την ατίμωση. Το Σεπούκου γινόταν είτε μέσα σε κάποιο ιερό (όχι Σίντο, όμως), είτε σε αυλή αρχοντικού , είτε μέσα σε σπίτι. Έπρεπε να επικρατεί γαλήνη και σεβασμός. Υπήρχαν πάντα μάρτυρες αυτού του γεγονότος και συνήθως μετά την τελετουργική μαχαιριά στην κοιλιά, κάποιος από αυτούς σταματούσε τον οδυνηρό θάνατο με αποκεφαλισμό του ατόμου που αυτοκτονούσε. Το Σεπούκου μπορούσε να γίνει κατά διαταγή του φεουδάρχη ή μετά από απόφαση του ίδιου του Σαμουράι, προκειμένου να περισώσει την προσωπική του τιμή ή να αποδώσει τιμή σε φεουδάρχη που ενδεχομένως έχανε τη ζωή του σε μάχη, οπότε και έμενε απροστάτευτος ουσιαστικά. Όσοι δε συμμορφώνονταν με τον κώδικα Μπουσίντο ατιμάζονταν δια βίου και η ατίμωση ακολουθούσε τη γενιά τους.
 

                              


Ιδιαίτερη κατηγορία των Σαμουράι ήταν οι Χαταμότο (πολεμιστές από ανώτερη κοινωνική τάξη).

Τα όπλα τους ποίκιλλαν, αλλά στα τέλη του 16ου αιώνα άρχισαν να φορούν στη ζώνη τους 2 ξίφη. Το ένα μακρύ (ντάιτο-κατάνα) και το άλλο κοντό (σότο-γουαζικάσι). Συχνά έδιναν ονόματα στα ξίφη τους και πίστευαν πως αντιπροσώπευαν την ψυχή της πολεμικής τους δεξιότητας.

Αρχικά υπήρχαν και γυναίκες Σαμουράι και αξίζει να αναφερθούν δύο συγκεκριμένες, οι οποίες ήταν επίσης σύζυγοι πολεμιστών. Η Τομόε Γκοζέν και Χότζο Μασάκο. Αργότερα ο κώδικας απαγόρευσε τον τίτλο στις γυναίκες και περιορίστηκαν στα του οίκου τους, ενώ πραγματοποιούσαν Σεπούκου σε περίπτωση θανάτου του Σαμουράι συζύγου τους, λόγω υπερηφάνειας και προκειμένου να υπερασπιστούν την οικογενειακή τους τιμή.

 

Κατάνα

Εξαιτίας της σπουδαιότητας του ξίφους και της μυστικιστικής του σημασίας, οι τεχνίτες κατασκευής ήταν τιμώμενη τάξη. Πριν σφυρηλατήσουν τις λεπίδες, οι τεχνίτες νήστευαν και εργάζονταν κατόπιν τελετουργικά, φορώντας λευκούς μανδύες.

Σφυρηλατούσαν μαζί διαφορετικά στρώματα ατσαλιού, διαφορετικής σκληρότητας, ενώνοντάς τα σε ένα είδος μεταλλικού σάντουιτς. Αυτό το σάντουιτς σφυρηλατούνταν ξανά, αφού προηγουμένως αναθερμαινόταν και αναδιπλωνόταν.

Στο τέλος η λεπίδα περιείχε  χιλιάδες λεπτά στρώματα μαλακού και σκληρού ατσαλιού με πάχος μικρότερο από εκείνο του χαρτιού. Όταν διαμορφωνόταν η κόψη, το σκληρό εξωτερικό μέταλλο άντεχε το στόμωμα, ενώ το μαλακό εσωτερικό εμπόδιζε τη θραύση του ξίφους.
 

                                          


Το εξωτερικό τμήμα ενός Κατάνα έργου τέχνης είχε σφυρηλατηθεί 20 φορές με περισσότερα από 1.000.000 χτυπήματα!!

Η εξωτερική επικάλυψη γινόταν ακόμη πιο σκληρή με τη θέρμανση και την απότομη ψύξη της λεπίδας μέσα σε νερό.

Η Japan Sword Company, στο Τόκυο, διατηρεί ακόμη τις αρχαίες τεχνικές και τα συντοϊστικά τυπικά των πρώτων μεταλλουργών.

 

Πανοπλία και κράνη Σαμουράι

Η αρχική πανοπλία ήταν η Ο-Γιορόι και αργότερα αντικαταστάθηκε από την Τοσέι Γκουσόκου. Τα κράνη ήταν εξίσου εντυπωσιακά, με λαμπερά χρώματα και κέρατα. Ήταν ένδειξη κοινωνικής θέσης και ικανότητας. Τα πρώτα ονομάζονταν Χάτσι, αλλά αντικαταστάθηκαν από τα Ζουμάρι-μπάτσι και τέλος από τα Καβάρι Κάμπουτο.

Τα κιμονό των Σαμουράι ήταν δύο. Ένα χειμερινό και ένα μεταξωτό θερινό. Αποφεύγονταν τα έντονα χρώματα, που ήταν σημάδι αλαζονείας και υπεροψίας και τα ενδύματα ήταν συνήθως καφέ ή γκρίζα. Τα υποδήματα ήταν τα σανδάλια γαράντζι και τα ξύλινα γκέτα. Οι κάλτσες λέγονταν τάμπι. Δημοφιλείς ήταν και οι μπότες από δέρμα αρκούδας.

Αργότερα, το κιμονό αντικαταστάθηκε από το χιτατάρε και στην ζώνη όμπι οι Σαμουράι θηκάρωναν τα ξίφη τους.

Το χιτατάρε έδωσε κάποια στιγμή τη θέση του στο καμισίμο. Διάσημο ήταν και το παντελόνι χακάμα, το κάτω μέρος του καμισίμο, το οποίο ήταν φαρδύ και επέτρεπε στον πολεμιστή να κινείται με άνεση στη μάχη.

Οι Σαμουράι, παρά την καθαρά πολεμική τους υπόσταση ασχολήθηκαν με την ποίηση, την καλλιγραφία και τη λογοτεχνία, ενώ απολάμβαναν την τελετουργία του τσαγιού σε όμορφους κήπους, αφήνοντας την ψυχή να γαληνέψει και να αδειάσει από την αρνητική ενέργεια και τη σκέψη να αναζωογονηθεί.

 

Διάσημοι Σαμουράι

Γιαμαόκα Τέσου

Ακετόσι Μουτσουχίντε

Γιαμαμότο Τσουνετόμο

Χόντζο Οντζιμάσα

Τογιοτόμι Χιντεγιόσι

 

Η κουλτούρα της Γκέισας

Η λέξη γκέισα προέρχεται από τη λέξη gei που σημαίνει τέχνη και τη λέξη sha που σημαίνει άτομο.

Γκέισα ήταν η μορφωμένη γυναίκα με ειδικές σπουδές, η οποία φορούσε περίτεχνο, κομψό κιμονό, χτενιζόταν και μακιγιαριζόταν τελετουργικά, ήξερε τη διαδικασία του σερβιρίσματος του τσαγιού και έπαιζε σαμισέν (Ιαπωνική κιθάρα).

Οι γκέισες σε καμία περίπτωση δεν ήταν ιερόδουλες, όπως λανθασμένα είχε επικρατήσει η συγκεκριμένη άποψη στη Δύση.

Βεβαίως, πολλές ιερόδουλες είχαν προσπαθήσει να μιμηθούν τις γκέισες, αλλά η μεγάλη διαφορά ήταν στο γεγονός ότι η ζώνη όμπι μιας γκέισας δενόταν πίσω , ενώ μιας ιερόδουλης μπροστά.

Οι μαθητευόμενες γκέισες ονομάζονταν μάικο (παιδί που χορεύει).

Πολλά φτωχά κορίτσια πουλιούνταν στην οκιγιά (σπίτι για γκέισες), αλλά αυτό συνήθως θεωρούνταν αναξιοπρεπές και το συγκεκριμένο σπίτι έχανε κάτι από την αίγλη του με μια τέτοια πράξη.

Τα μαθήματα της γκέισας άρχιζαν πάντα στη χαναμάτσι, τη γειτονιά των γκεϊσών.

Το πρώτο στάδιο εκπαίδευσης ήταν το shikomi.

Όταν η γκέισα περνούσε τη δοκιμασία του τελετουργικού χορού, στο δεύτερο στάδιο, απαλλασσόταν από τις δουλειές του σπιτιού και μπορούσε να παρευρίσκεται μαζί με μεγαλύτερες γκέισες ( τι μεγάλες αδελφές) σε κοινωνικές εκδηλώσεις, όπου εκείνες δέχονταν υψηλά πρόσωπα.

Στο τρίτο στάδιο εκπαίδευσης, η γκέισα γινόταν maiko και άλλαζε όνομα. Η διαδικασία του σταδίου αυτού θα μπορούσε να διαρκέσει χρόνια ολόκληρα. Στο Τόκυο ήταν πιο σύντομη και κρατούσε 6 μήνες, αλλά στο Κυότο έφτανε τα 5 χρόνια. Μόνον τότε η Μάικο γινόταν πραγματική γκέισα.
 

                                               


Ο κομψός και εκλεπτυσμένος κόσμος της γκέισας ονομάζεται karyukai (κόσμος λουλουδιών και ιτιών). Η γκέισα ήξερε να χορεύει, να συζητά με φινέτσα και να παίζει σαμισέν και σακουχάτσι (Ιαπωνικό φλάουτο).

Παλαιότερα ήταν απαραίτητο να έχει έναν πάτρονα, ο οποίος μπορεί να ήταν παντρεμένος ή ανύπαντρος, αλλά οπωσδήποτε πολύ πλούσιος, για να αναλαμβάνει τα τεράστια έξοδά της. Η γκέισα δεν ανταπέδιδε αναγκαστικά με ερωτικές υπηρεσίες τις παροχές του Ντάνα της και μεταξύ τους συνήθως δεν αναπτυσσόταν οικειότητα.

Το μακιγιάζ της γκέισας ήταν τελετουργικό και χρονοβόρο. Κάλυπτε το πρόσωπο και το λαιμό της με λευκή πούδρα από σκόνη ρυζιού, το κραγιόν της ήταν κατακόκκινο και υπήρχαν σκούρες γραμμές γύρω από τα μάτια και τα φρύδια της. Άβαφη άφηνε μόνον μια μικρή περιοχή στον αυχένα, ως ανεπαίσθητο σημάδι συγκαλυμμένου ερωτισμού.

Μια μαθητευόμενη φορούσε πιο εξεζητημένα κιμονό και πιο εντυπωσιακές ζώνες όμπι. Η γκέισα, σε κάθε περίπτωση, δε φορούσε ποτέ το ίδιο κιμονό πάνω από μια φορά. Τα παπούτσια της ήταν ξύλινα και ονομάζονταν okobo, ενώ μέσα στο σπίτι φορούσε σανδάλια με επίπεδες σόλες που ονομάζονταν zori. Η γκέισα κοιμόταν πάνω σε στηρίγματα και όχι σε μαξιλάρια, προκειμένου να μη χαλάσει τον περίτεχνο κότσο της, που στόλιζε με εντυπωσιακά χτενάκια και φουρκέτες.

Στην Ιαπωνία, ακόμη και σήμερα, μια κοπέλα μπορεί να ακολουθήσει την τέχνη της γκέισας μετά το πέρας των σπουδών της στο λύκειο ή στο πανεπιστήμιο.

 

Η Τέχνη του Σούμο

Το Σούμο χαίρει μεγάλης εκτιμήσεως στην Ιαπωνία και οι αθλητές του , οι ρικίσι, απολαμβάνουν το σεβασμό και τις τιμές των συμπατριωτών τους. Στον αγώνα, αυτό που απαιτείται από αυτούς είναι να βγάλουν έξω από τον κύκλο, το Ντόχιο, τον αντίπαλό τους. Υπάρχει μεγάλο τελετουργικό στο άθλημα αυτό και χαρακτηριστικός είναι ο εξαγνισμός του χώρου με αλάτι. Οι παλαιστές Σούμο ζουν σε χώρους που ονομάζονται χέγια και όλες οι συνήθειές τους υπαγορεύονται από αυστηρότατες παραδόσεις.
 

                                         

 

 

Μουσική Κουλτούρα


Η Ιαπωνία, μία χώρα που συνδυάζει σε κάθε πολιτισμική της έκφανση την αυστηρή παράδοση με την εξαιρετικά high tech σύγχρονη Δυτική κουλτούρα, συνδυάζει όπως είναι φυσικό πολλά και διαφορετικά είδη μουσικής, ενώ η μουσική της αγορά είναι η δεύτερη μεγαλύτερη στον κόσμο (έσοδα 2.6 δισεκατομμύρια $ το 2014).

Κατηγορίες: 
Folk Music, Kayokyoku (Δυτικοποιημένη μουσική)

Είδη: 
Western Classical Music, Jazz, Pop, Rock, alternative, punk, Heavy metal, Electropop, Theme music, Video game music

Folk Music:
Τα Ιαπωνικά folk τραγούδια , γνωστά ως “Min-yo” χωρίζονται σε 4 κατηγορίες. Τα εργατικά τραγούδια, τα θρησκευτικά τραγούδια, τα τραγούδια των εορτών και τα παιδικά τραγούδια.

Τις φωνές των τραγουδιστών συνοδεύουν το λαούτο με τις 3 χορδές (shamisen), το παραδοσιακό τύμπανο (taiko), το φλάουτο από μπαμπού (shinobue) το kane (είδος καμπάνας) το tsuzumi (είδος μικρού τυμπάνου χειρός) καθώς και το koto (είδος εγχόρδου μουσικού οργάνου με 13 χορδές).

Kayokyoku:
Η Δυτικοποιημένη μουσική της Ιαπωνίας πρωτοεμφανίζεται από τον συνθέτη Shinpei Nakayama και την τραγουδίστρια Sumanko Matsui το 1914. Ο super star Misora Hibari το 1950 έκανε δημοφιλέστατη τη Δυτικοποιημένη μουσική, καθώς πρόσθεσε στοιχεία Κουβανέζικης και Αργεντίνικης μουσικής. Το είδος του τάνγκο που προέκυψε από αυτή τη μείξη μουσικών ειδών ονομάζεται dodompa.

Η μουσική που υπήρξε εξαιρετικά δημοφιλής στην Ιαπωνία ανάμεσα στο 1950 και το 1970, η Enka, ήταν ένας συνδυασμός παράδοσης και Δυτικών επιρροών με κύριους εκπροσώπους τον Hibari Misora και τον Saburo Kitazima. Αργότερα, η Δυτικοποιημένη μουσική επηρεάστηκε από όλα τα σύγχρονα μουσικά είδη και τα ακολούθησε, έχοντας ενθουσιώδες κοινό κυρίως ανάμεσα στη νεολαία. Ανάμεσα στους μουσικούς που πειραματίστηκαν με παραδοσιακά μουσικά όργανα και Δυτικούς σύγχρονους ήχους είναι οι Yoshida Brothers.
 


Είδη:
Η Δυτική κλασσική μουσική έχει στιβαρή παρουσία στην μουσική κουλτούρα της Ιαπωνίας με σημαντικούς εκπροσώπους τους Toru Takemitsu και Seizu Ozawa.

Διάσημη σε παγκόσμια κλίμακα είναι η Tοkyo Kosei Wind Orchestra, ενώ πολύ σημαντικός είναι ο διαγωνισμός All Japan Band Association Festival.

Jazz:
Η τζαζ εκπροσωπήθηκε αρχικά από τους Sleepwalker και Grooveline, ενώ πιο μοντέρνες και πειραματικές μπάντες είναι οι Egowrapping  και Sakerock.

Η μουσική rock, pop, punk, heavy metal και electropop είναι είδη εξαιρετικά δημοφιλή στη νεολαία της Ιαπωνίας με κυριότερο εκπρόσωπο τον διεθνούς φήμης super star MIYAVI, ο οποίος θεωρείται βιρτουόζος της ηλεκτρικής κιθάρας (παίζει επίσης πιάνο και samishen) και πειραματίστηκε με όλα τα παραπάνω αναφερόμενα είδη. Ο MIYAVI πρωταγωνίστησε επίσης στο φιλμ “Unbrocken”, το οποίο σκηνοθέτησε η Αντζελίνα Τζολί, κάνοντας θριαμβευτική είσοδο και στην μουσική αγορά της Αμερικής, αφού έγινε ευρύτερα γνωστός εκεί μετά την εξαιρετική του ερμηνεία στην ταινία.
 


Theme Music:
Οι Ιάπωνες δημιούργησαν εξαιρετική μουσική για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Εκπρόσωποι του είδους αυτού είναι οι πολύ καλοί Mashato Shimon, Mishiru Oshima, Yoko Kanno και βεβαίως ο μεγάλος και πολύ σημαντικός Shigeru Umebayashi,  ο οποίος έχει 40 κινηματογραφικά μουσικά θέματα στο ενεργητικό του με γνωστότερα απ’ όλα, αυτά στις ταινίες “In the mood for love” και “House of Flying daggers”. Το μουσικό θέμα της ταινίας “In the mood for love”,  το “Yumenji’s theme”, θεωρείται παγκοσμίως ως αριστούργημα.
 


Video Game Music:
Αυτό το ιδιαίτερο και high tech είδος μουσικής εκπροσωπεί με ιδιαίτερη επιτυχία ο Nobuo Uematsu, ο οποίος έντυσε μουσικά το διάσημο anime video game “Final Fantasy”.


 


Ιαπωνική κουζίνα

 

Η εξαιρετικά εκλεπτυσμένη Ιαπωνική κουζίνα χρησιμοποιεί ως βάση τροφές όπως το ρύζι και τα νουντλς, τα οποία αναμιγνύει σε σούπες ή σε οκάζου (πιάτα με ψάρι), λαχανικά και τόφου. Ο οδηγός Μισελίν έχει δώσει στα εστιατόρια της Ιαπωνίας περισσότερα αστέρια απ’ όσα σε όλα τα άλλα εστιατόρια του κόσμου μαζί.

 

Ιαπωνικά εδέσματα

Σινατσίκου:

Ιαπωνικό καρύκευμα από ζυμωμένους, αποξηραμένους βλαστούς μπαμπού. Αρωματίζει υπέροχα σούπες με νουντλς, ειδικά τη σούπα Ράμεν.


                                        


Καρασούμι:

Παρασκευάζεται από αποξηραμένα στον ήλιο αυγά κέφαλου, θεωρείται πολύ εκλεκτό έδεσμα και συνοδεύεται με γλυκό κρασί ρυζιού σάκε. Μια από τις σπεσιαλιτέ του Ναγκασάκι είναι Καρασούμι με αυγά αχινού και κονοβάτα (ζυμωμένα εντόσθια ψαριού).
 

                                       

Οτσουμάμι:

Αποξηραμένο καλαμάρι που συνοδεύεται με σάκε.
 

                                      

Σούσι:

Ξυδάτο ρύζι με θαλασσινά και ψάρια.
 

                                     

Σασίμι:

Κρέας τόνου ή σολομού που σερβίρεται συνήθως χωρίς ρύζι με σάλτσα γουασάμπι, σόγιας και τζίντζερ.
 

                                   

Νighiri Sushi:

Κρύο, μη σπυρωτό ρύζι, σε μορφή τετράγωνου κουτιού. Πάνω του τοποθετείται μια φέτα ωμού ψαριού συνδυασμένη με φύκια.
 

                                 

Maki sushi:

Ρύζι που έχει ζυμωθεί με ψάρι ή καβούρι ή γαρίδα, καθώς και με τραγανά κομμάτια αβοκάντο ή αγγουριού, περιτυλιγμένο με φύκι
 

                           


Naresushi:

Το Νάρε σούσι είναι παραδοσιακή μορφή ζυμωμένου σούσι. Το ψάρι τοποθετείται μέσα σε ξινό ρύζι που παράγει γαλακτικό οξύ, το οποίο ζυμώνει το ψάρι. Η διαδικασία κρατά από 2 έως 12 μήνες και το σούσι σε αυτή τη μορφή μπορεί να καταναλωθεί τους επόμενους έξι.
 

                          

Τεμπούρα:

Λαχανικά ή θαλασσινά τηγανισμένα σε μεγάλη ποσότητα λαδιού σε πολύ υψηλή θερμοκρασία.
 

                                               


Ο χυλός της Τεμπούρα φτιάχνεται με ειδικό αλεύρι που αναμειγνύεται μόνον για λίγα δευτερόλεπτα. Οι σβώλοι που απομένουν δίνουν στην Τεμπούρα το μοναδικό της σχήμα. Χρειάζεται πολύ μεγάλη προσοχή στην ανάμειξη, διότι διαφορετικά ο χυλός θα αποκτήσει λαστιχωτή υφή και το αποτέλεσμα θα μοιάζει με λουκουμά.

Η τεμπούρα σερβίρεται καυτή, με σάλτσα που φτιάχνεται από ζωμό ντάσι, μιρίν και σόγια. Μπορεί να σερβιριστεί και ως συνοδευτικό και σε σούπες όπως η ουμπάν.

Παγωτό με πράσινο τσάι:

Αυτό το επιδόρπιο έχει κερδίσει πολλούς λάτρεις της γαστρονομίας, τα τελευταία χρόνια, με την εκλεπτυσμένη γεύση του.
 

                                     

Σάκε:

Ποτό από ζυμωμένο ρύζι, ελαφρώς γλυκό, με αχνό χρυσαφί χρώμα. Η γεύση του θυμίζει κεράσι.
 

                                 


Κάποτε θεωρούνταν το ποτό αυτοκρατόρων, ευγενών και Σαμουράι, αλλά σήμερα είναι προσιτό σε όλους. 

                                                                                                                                       

                                                                                                                                       Λευκή